δορυφόρος
Uiterlijk
- IPA: /ðɔ.ɾi.ˈfɔ.rɔs/
- δο·ρυ·φό·ρος
δορυφόρος m
- (geschiedenis) lansdrager, lijfwacht
- (astronomie) maan, satelliet
- «Η Σελήνη είναι ο φυσικός δορυφόρος της Γης.»
- De maan is de natuurlijke satelliet van de aarde.
- «Η Σελήνη είναι ο φυσικός δορυφόρος της Γης.»
- (techniek) kunstmaan, satelliet
- «Η χώρα μας έθεσε σε τροχιά τον τηλεπικοινωνιάκο δορυφόρο HELLAS-SAT.»
- Ons land heeft de telecommunicatiesatelliet HELLAS-SAT in omloop gebracht.
- «Η χώρα μας έθεσε σε τροχιά τον τηλεπικοινωνιάκο δορυφόρο HELLAS-SAT.»
| enkelvoud | meervoud | |
|---|---|---|
| nominatief | δορυφόρος | δορυφόροι |
| genitief | δορυφόρου | δορυφόρων |
| accusatief | δορυφόρο | δορυφόρους |
| vocatief | δορυφόρε | δορυφόροι |